ΟΦΘΑΛΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ


Αγγειογραφία φλουορεσκεϊνης και ινδοκυανίνης (ICG)          

image-175402-Αγγειογραφία-φλουορεσκεϊνης.jpg?1469171768518
Τι είναι αγγειογραφία;
Η αγγειογραφία είναι μια καθιερωμένη πλέον διαγνωστική μέθοδος για τις παθήσεις του βυθού του οφθαλμού. Για την εξέταση αυτή χρειάζεται μια ειδική φωτογραφική μηχανή με την οποία, αφού προηγουμένως χορηγήσουμε ενδοφλεβίως μια ειδική χρωστική ουσία (φλουοροσκεΐνη ή ινδοκυανίνη, ανάλογα με το είδος της εξετάσεως), βγάζουμε μια σειρά από φωτογραφίες του αμφιβληστροειδούς, τις οποίες πλέον μπορούμε να αναλύουμε και να εμπλουτίζουμε ψηφιακά. Καθώς η χρωστική ουσία περνά μέσα από τα αιμοφόρα αγγεία του αμφιβληστροειδούς, γίνεται φωτογράφηση με ειδικού μήκους κύματος φως στο οποίο, η συγκεκριμένη χρωστική ουσία διαρρέει. Έτσι αποκαλύπτονται όλες οι πιθανές βλάβες, καθώς και τα μη φυσιολογικά αγγεία που υπάρχουν ή αναπτύσσονται πάνω, μέσα ή κάτω από τον αμφιβληστροειδή.

Πότε γίνεται η Φλουοροαγγειογραφία;
Αν κατά τη διάρκεια μια συνηθισμένης εξετάσεως, ο οφθαλμίατρος διαπιστώσει ή υποψιαστεί πρόβλημα στο βυθό του ματιού του ασθενούς, ή αν θέλει να παρακολουθήσει την εξέλιξη μιας νόσου ή το αποτέλεσμα μιας θεραπείας, τότε θα συστήσει τη συγκεκριμένη εξέταση. Οι παθήσεις που βρίσκει κατ’ εξοχήν εφαρμογή η Φλουοροαγγειογραφία και που αποτελούν τις συχνότερες αιτίες ελαττώσεως της οράσεως είναι ο σακχαρώδης διαβήτης, διάφορες ωχροπάθειες και αμφιβληστροειδοπάθειες, καθώς και η σχετιζόμενη με την ηλικία εκφύλιση της ωχράς κηλίδος. Η συγκεκριμένη εξέταση μάς αποκαλύπτει με ακρίβεια τον τύπο και το μέγεθος των βλαβών που υπάρχουν στο βυθό του οφθαλμού, ώστε να αποφασίσουμε για το είδος της θεραπείας (Laser, Φωτοδυναμικής ή άλλης) που θα συστήσουμε στον ασθενή μας.

Πότε συστήνουμε Αγγειογραφία Ινδοκυανίνης;
Μέχρι τώρα η ασφαλής διάγνωση της εκφύλισης της ωχράς κηλίδος στηριζόταν στην απλή φλουοροαγγειογραφία, η οποία μπορούσε να καταγράψει το πρόβλημα σε ποσοστό πολύ μικρό (μόλις 13%) και τούτο γιατί συνήθως η συγκεκριμένη πάθηση, κατά το μεγαλύτερό της ποσοστό (87%), οφείλεται στην άδηλη ή κρυφή χοριοειδική νεοαγγείωση. Με την παλαιότερη λοιπόν εξεταστική μέθοδο (απλή φλουοροαγγειογραφία) δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε με ακρίβεια την ύπαρξη και τα όριά της, πράγμα απολύτως απαραίτητο, έτσι ώστε να εφαρμόσουμε τις μόνες προς το παρόν θεραπευτικές αγωγές (ακτίνες Laser και φωτοδυναμική). Τώρα πλέον, το διαγνωστικό μας οπλοστάσιο εμπλουτίζεται με μια νέα μέθοδο, την Ψηφιακή Αγγειογραφία Ινδοκυανίνης (ICG). Με τη μέθοδο αυτή μπορούμε, με αξιοσημείωτη ακρίβεια, να καταγράψουμε τη χοριοειδική κυκλοφορία και κατ’ επέκταση, τόσο τα όρια μιας κρυφής χοριοειδικής νεοαγγείωσης, εφόσον βεβαίως υπάρχει, όσο και τη συχνή (μέχρι 50%) υποτροπή της μετά την εφαρμογή Argon Laser ή φωτοδυναμικής θεραπείας. Παράλληλα, με την εν λόγω μέθοδο, μπορούμε να καταγράψουμε διάφορα άλλα προβλήματα από τη χοριοειδή που συμβαίνουν σε περιπτώσεις: υψηλής (παθολογικής) μυωπίας, αγγειοειδών ταινιών, τραυμάτων, όγκων, καθώς και ενδοφθάλμιων φλεγμονών (χοριοειδίτιδες). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η χοριοειδική κυκλοφορία γίνεται ορατή, και ως εκ τούτου μπορεί μελετηθεί, ακόμα κι επί παρουσίας αμφιβληστροειδικών αιμορραγιών, επειδή οι τελευταίες είναι τελικά διαφανείς στο μήκος κύματος φθορισμού της Ινδοκυανίνης. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι η αγγειογραφία Ινδοκυανίνης είναι μια ιδιαιτέρως λεπτομερειακή εξέταση που κατά κανόνα λειτουργεί συμπληρωματικά με την απλή φλουοροαγγειογραφία και όχι μόνη της.

Εξέταση οπτικού πεδίου       

image-175403-Εξέταση-οπτικού-πεδίου.gif?1469171794847
Τι εννοούμε όταν λέμε εξέταση οπτικού πεδίου.
Ο έλεγχος του οπτικού νεύρου αποτελεί μια καθιερωμένη πλέον οφθαλμολογική, νευρολογική και νευροφθαλμολογική εξέταση - μέθοδο. Για την εξέταση αυτή απαιτείται ειδικό μηχάνημα με το οποίο καταγράφουμε όχι μόνο αυτό που βλέπει ένα μάτι, αλλά αυτό που αντιλαμβάνεται. Τα μοντέρνα μηχανήματα οπτικού πεδίου λειτουργούν με ηλεκτρονικό υπολογιστή που αφενός επιβάλει κάθε φορά σταθερές συνθήκες εξετάσεως (δυνατότητα συγκρίσεως αποτελεσμάτων που διαφέρουν χρονικά μεταξύ τους ) και αφετέρου αντικειμενοποιεί την εξέταση ελαχιστοποιώντας τον ανθρώπινο παράγοντα.
Πότε συνίσταται έλεγχος του οπτικού πεδίου.
Η εξέταση του οπτικού πεδίου συνίσταται για πολλές παθήσεις του οφθαλμού, καθώς και για διάφορα νευρολογικά και εγκεφαλικά προβλήματα. Οι κυριότερες οφθαλμολογικές παθήσεις είναι το γλαύκωμα, διάφορες παθήσεις του οπτικού νεύρου και ορισμένες παθήσεις του βυθού του οφθαλμού. Θα πρέπει ίσως εδώ να τονισθεί, ακόμη μια φορά, το πόσο σημαντική είναι η συγκεκριμένη εξέταση τόσο για τη διάγνωση όσο και για την παρακολούθηση του γλαυκώματος. Δεν νοείται σήμερα διαγνωστική και θεραπευτική προσέγγιση του γλαυκώματος χωρίς τη συχνή λήψη των οπτικών πεδίων του ασθενούς.

Πως γίνεται η λήψη του οπτικού πεδίου.
Η εξέταση του οπτικού πεδίου γίνεται με ρυθμό, ένα μάτι τη φορά. Ο ασθενής κάθεται με το ένα μάτι κλειστό μπροστά στο ειδικό μηχάνημα που αποτελείται από ένα κοίλο φωτισμένο ημισφαίριο μέσα στο οποίο ο υπολογιστής προβάλει κάθε στιγμή ένα φωτεινό σημείο, κάθε φορά διαφορετικού μεγέθους και φωτεινότητας και κάθε φορά σε διαφορετική θέση. Το φωτεινό σημείο παραμένει σταθερό για ένα μικρό χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο πρέπει ο εξεταζόμενος , πατώντας ένα κουμπί , να ενημερώσει τον υπολογιστή αν το είδε. Εφόσον δεν πατηθεί αυτό το κουμπί, ο υπολογιστής θεώρει ότι το φωτεινό σημείο δεν έγινε αντιληπτό. Στη συνέχεια προβάλλει κάποιο άλλο σε άλλη περιοχή του φωτισμένου ημισφαιρίου, καταγράφοντας συνάμα στη μνήμη του την απάντηση (θετική ή αρνητική) του ασθενούς.

Πόσο αξιόπιστη μπορεί να είναι η συγκεκριμένη εξέταση.
Επειδή ο υπολογιστής αφενός φωτομετρά τόσο το θόλο της περιμέτρου, όσο και κάθε φωτεινό σημείο που προβάλλει μέσα σε αυτόν το θόλο και αφετέρου επαναπροβάλλει τα φωτεινά σημεία αρκετές φορές, συγκρίνοντας τις εκάστοτε απαντήσεις, επιτυγχάνεται ένα ιδιαίτερο ποσοστό αξιοπιστίας. Αν οι απαντήσεις του εξεταζόμενου δεν είναι όμοιες, ο υπολογιστής το σημειώνει και θεωρεί τον εξεταζόμενο αναξιόπιστο.

Οπτική Τομογραφία Συνοχής     

Η Οπτική Τομογραφία Συνοχής είναι μια νέα απεικονιστική και διαγνωστική μέθοδος του οφθαλμού. Επιτυγχάνει υψηλής ανάλυσης διαστρωματικές εικόνες του αμφιβληστροειδή χωρίς να έρθει σε επαφή με το μάτι. Μπορεί να απεικονίσει τις επιμέρους στοιβάδες του αμφιβληστροειδή, καθώς και να αναλύσει ποιοτικά και ποσοτικά την ωχρά κηλίδα και το οπτικό νεύρο. Έτσι μας επιτρέπει να διαγνώσουμε και να παρακολουθήσουμε μια μεγάλη ποικιλία παθήσεων όπως π.χ. οίδημα ωχράς, οπή ωχράς, ηλικιακή εκφύλιση ωχράς, επιαμφιβληστροειδική μεμβράνη, χοριοειδική νεοαγγείωση ωχράς, κεντρική ορώδης χοριοειδοαμφιβληστροειδοπάθεια κ.ά. Επίσης είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στη διάγνωση και παρακολούθηση ασθενών με γλαύκωμα ή οίδημα ωχράς σε έδαφος διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας, γιατί μπορεί να υπολογίσει ποσοτικά την εξέλιξη της ασθένειας.

Τονομετρία  

image-175404-Τονομετρία.jpg?1469171948414
Η μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης αποτελεί μέρος της εξεταστικής ρουτίνας για κάθε οπτομετρική και οφθαλμολογική αξιολόγηση. Η  πιο συχνά συνδυασμένη πάθηση με αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση είναι φυσικά το γλαύκωμα. Είναι βέβαια γνωστό ότι η αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση δεν σημαίνει απαραίτητα και γλαύκωμα, όπως και τα χαμηλά επίπεδά της δεν σημαίνουν αποφυγή πιθανότητας γλαυκώματος. Το σημαντικότερο πάντως είναι να υπάρχει συστηματική παρακολούθηση η οποία σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες κλινικές εξετάσεις θα αποτρέψει την ανάπτυξη κάποιας πάθησης. Ο πιο ο αξιόπιστος τρόπος εκτίμησης της ενδοφθάλμιας πίεσης είναι ο συσχετισμός της μέτρησης με την παχυμετρία του κερατοειδή. Το πάχος του χιτώνα μεταβάλλει τις μηχανικές του ιδιότητες και ως εκ τούτου αλλοιώνει τις μετρήσεις που λαμβάνουμε. Με τη συνεκτίμηση των δύο μετρήσεων (πίεσης και πάχους) μπορούμε να έχουμε μια ρεαλιστική εικόνα της ενδοφθάλμιας πίεσης.
Οι πρώτες απόπειρες μέτρησης της ενδοφθάλμιας πίεσης γίνονται με όργανα που απαιτούσαν επαφή με τον κερατοειδή (τύπου Schiotz) και προσεκτικούς χειρισμούς από πλευράς εξεταστή. Σήμερα σπάνια χρησιμοποιούνται τέτοια τονόμετρα και μόνο κατ’ εξαίρεση. Η μέτρηση με τονόμετρα επιπεδώσεως Goldman αποτελεί την κλινική βάση αναφοράς. Για τη διεξαγωγή της μέτρησης απαιτείται τοπική αναισθησία του κερατοειδή και η χρώση του με φλουοοροσείνη. Ο κώνος του τονόμετρου ακουμπά το κέντρο του κερατοειδή και ασκεί απαλή πίεση. Το όργανο εφαρμόζεται στη σχισμοειδή λυχνία και μέσω αυτής γίνεται η παρατήρηση δυο ημικυκλίων των οποίων η θέση υποδηλώνει την επιπέδωση  του κερατοειδή. Τα τελευταία χρόνια η εμφάνιση τονομέτρων αέρος επιτρέπει την εύκολη, ανέπαφη και χωρίς χρήση φαρμάκων μέτρηση.

Μέσα από ένα σύστημα οπτικής επικέντρωσης και εστίασης, εκτοξεύεται μια ριπή αέρα. Ταυτόχρονα υπολογίζεται μέσω και πάλι οπτικών μέσων το ποσοστό μεταβολής της κυρτότητας της πρόσθιας επιφάνειας του κερατοειδή, το οποίο στη συνέχεια ερμηνεύεται σε mmστήλης υδραργύρου.

Η ακρίβεια μέτρησης, αν και εξαιρετική, μπορεί να διαφέρει από τη μέτρηση των τονομέτρων επιπεδώσεως. Για αυτόν το λόγο, τα τονόμετρα αυτά είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για αδρό έλεγχο και ανίχνευση υπόπτων περιστατικών προς παραπομπή, παρά για λεπτομερή καταγραφή, κλινική αξιολόγηση και έρευνα.  Έχουν όμως αποδεχθεί χρήσιμα σε μετεγχειρητικές περιπτώσεις διαθλαστικής χειρουργικής και τραύματος του κερατοειδή.

Σήμερα νέες τεχνολογίες υπόσχονται απλούστερους τρόπους μέτρησης (π.χ. πάνω από το βλέφαρο), με μεγάλη ακρίβεια, αλλά και τον απευθείας συνυπολογισμό των αποτελεσμάτων παχυμετρίας.

Τοπογραφία

image-175405-Τοπογραφία.jpg?1469172073945
Η τοπογραφία του κερατοειδούς, επίσης γνωστή ως photokeratoscopy ή videokeratography, είναι μια μη επεμβατική ιατρική απεικόνιση που χρησιμοποιείται για τη χαρτογράφηση της καμπυλότητας της επιφάνειας του κερατοειδούς, δηλαδή την εξωτερική δομή του ματιού. Ο κερατοειδής χιτώνας είναι συνήθως υπεύθυνος περίπου για το 70% της διαθλαστικής δύναμης του ματιού.

​Η τοπογραφία είναι κρίσιμης σημασίας για τον καθορισμό της ποιότητας της όρασης. Ο τρισδιάστατος χάρτης είναι ένα πολύτιμο βοήθημα για τον οφθαλμίατρο και μπορεί να βοηθήσει στη διάγνωση και θεραπεία σε πολλές περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα: στο σχεδιασμό διαθλαστικής χειρουργικής, όπως LASIK και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων του, στην αξιολόγηση της προσαρμογής των φακών επαφής.